Archive for the ‘ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ’ Category

Η αξέχαστη «φωνακλού», με την επιβλητική παρουσία, γεννήθηκε το 1907 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου και στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου, όπου σπούδασε ρυθμική και μπαλέτο!

Ξεκίνησε την καριέρα της συμμετέχοντας στους μεγαλύτερους θιάσους της εποχής: Νέζερ, Κατερίνας, Λαμπέτη – Χορν, Εθνικό κλπ. Οι κινηματογραφικές επιτυχημένες εμφανίσεις της πολλές: «Η λύκαινα» (1951), «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1954), «Συνοικία το όνειρο» (1961), «Η χαρτοπαίχτρα» (1964), «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου» (1967) και «Αχ! αυτή η γυναίκα μου» (1967), με τα ιστορικά «μπουρλοοότο» και το «εδώ γίνονται Σόδομα και Γόμορα».

Από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας της ήταν η συμμετοχή της στη «Φιλουμένα Μαρτουράνο», με πρωταγωνίστρια τη θεϊκή Έλλη Λαμπέτη, αλλά και η θρυλική «Πορνογραφία» του Μάνου Χατζιδάκι, που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα της. (περισσότερα…)

Έλληνας μουσουργός της επτανησιακής σχολής, που έγραψε κυρίως όπερες. Υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα του 19ου αιώνα και με επιτυχημένη παρουσία στην Ιταλία.

Ο Παύλος Καρρέρ ή Καρρέρης γεννήθηκε στις 12 Μαΐου 1829 στην αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο και ήταν γόνος οικογένειας γαιοκτημόνων του νησιού. Σπούδασε μουσική στη γενέτειρά του (1846-1847), την Κέρκυρα με τον Νικόλαο Μάντζαρο (1848) και στο Μιλάνο (1850). Το 1852 παρουσίασε την πρώτη του όπερα με τίτλο Δάντης και Βεατρίκη στο θέατρο του Μιλάνου Καρκάνο. Ακολούθησαν στο ίδιο θέατρο τα έργα Ισαβέλλα Ασπένα (1855) και Λα Ρεντιβίβα (1856).

Στο Μιλάνο άρχισε να γράφει την όπερα Μάρκος Μπότσαρης, το πρώτο έργο του από τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, μολονότι το λιμπρέτο γράφτηκε στα ιταλικά και αργότερα μεταφράστηκε στα ελληνικά. Το 1858 παρουσίασε αποσπάσματα από την όπερά του αυτή στην Αθήνα ενώπιον του βασιλιά Όθωνα. Οι αγγλικές αρχές κατοχής τού απαγόρευσαν το ανέβασμα του έργου στη Ζάκυνθο, επειδή, λόγω του θέματός του, φοβήθηκαν φιλελληνικές εκδηλώσεις στα Επτάνησα. Το έργο στην ολοκληρωμένη μορφή του έκανε πρεμιέρα στην Πάτρα το 1861 και ακολούθησε το ανέβασμά του στην Αθήνα το 1876.

Ακολούθησαν δύο ακόμη όπερες του Καρρέρ, με σύγχρονα ελληνικά θέματα: Η κυρά Φροσύνη (1868) και η μονόπρακτη Δέσπω, η ηρωίς του Σουλίου (1875), η πρώτη του με ελληνικό λιμπρέτο. Το μελοδραματικό έργο του συμπληρώνουν τα έργα Φιορ Ντι Μαρία (1867), Μαρία Αντουανέτα (1873), Κόντε Σπουργίτης και κατά πολλούς το αριστούργημά του Μαραθών – Σαλαμίς (1886), που έκανε πρεμιέρα μόλις στις 19 Φεβρουαρίου 2003, στην Εθνική Λυρική Σκηνή. (περισσότερα…)

Στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1792 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν πρωτότοκος γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη. Ανατράφηκε σε περιβάλλον που διαπνεόταν από έντονο πατριωτισμό κι έλαβε εκλεκτή μόρφωση.

Στην Πετρούπολη, όπου ακολούθησε τον πατέρα του, φοίτησε στη Σχολή του Σώματος των Βασιλικών Ακολούθων και στη συνέχεια υπηρέτησε στα σώματα της αυτοκρατορικής φρουράς. Διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα, ενώ στη μάχη της Δρέσδης, στις 27 Αυγούστου 1813, έχασε το δεξί του χέρι.

Τον Μάρτιο του 1820 ο Εμμανουήλ Ξάνθος του πρόσφερε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας. Την αποδέχθηκε στις 12 Απριλίου, αφού πρώτα έγιναν δεκτοί οι όροι που έθεσε, και αμέσως άρχισε την οργάνωση του σχεδίου για την έναρξη της Επανάστασης από την Πελοπόννησο.

Όμως, με την ενθάρρυνση του Ιωάννη Καποδίστρια πείσθηκε ότι έπρεπε να επισπεύσει την προπαρασκευή της και τον Ιούνιο του 1820 εγκαταστάθηκε στη Οδησσό. Πέρασε τον ποταμό Προύθο στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και δύο μέρες αργότερα ύψωσε τελικά τη σημαία της Επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και συγκεκριμένα στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, όπου απαγορευόταν η παραμονή του τουρκικού στρατού. (περισσότερα…)

 

Ο Χρήστος Μάντικας γεννήθηκε στη Χίο 1902 και πέθανε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 1960, ήταν Έλληνας αθλητής του στίβου, εμποδιστής, από τους μεγαλύτερους προπολεμικά.

 

Υπήρξε πολλές φορές πανελληνιονίκης και βαλκανιονίκης, μέλος της εθνικής ομάδας στίβου. Ήταν ένα από τα επτά παιδιά του Κώστα Μάντικα και της Θηρεσίας. Από μικρή ηλικία ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του, που ήταν τσαγκάρης.

Έγινε 36 φορές φορές χρυσός βαλκανιονίκης, 7 αργυρός και μία φορά τρίτος, πήρε ένα χάλκινο μετάλλιο σε πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα, έκανε 21 πανελλήνια ρεκόρ ενώ ισοφάρισε άλλα 16, και 9 φορές ήταν χρυσός πανελληνιονίκης. Ακόμα και σήμερα (2010) είναι πρώτος σε κατακτήσεις μεταλλίων σε βαλκανικούς αγώνες, έχοντας κατακτήσει τα περισσότερα από κάθε άλλο αθλητή , χρυσά και στο σύνολο.

Ξεκίνησε τον αθλητισμό το 1924, σε ηλικία 22 χρονών, με προτροπή ενός φίλου του όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, έτσι γράφτηκε στον Παγχιακό ΓΣ.

Η πρώτη του νίκη ήταν το 1927 στους Παγχιακούς αγώνες και η πρώτη πανελλήνια νίκη του το 1928 όπου ήταν 3ος στα 110 μέτρα εμπόδια και 2ος στα 400 μέτρα εμπόδια. Το 1929 η καριέρα του απογειώνεται: Στους προβαλκανικούς καταρρίπτει το πανελλήνιο ρεκόρ στα 110 μ. εμπόδια και στα 400 μ. εμπόδια. Σε διεθνή συνάντηση την ίδια χρονιά Ελλάδας-Ουγγαρίας-Ελβετίας κατέκτησε ένα χρυσό, πέντε αργυρά και ένα χάλκινο μετάλλιο σε επτά διαφορετικά αγωνίσματα, ενώ την ίδια χρονιά έγινε και μέλος της εθνικής ομάδας στίβου. Το 1933 μετακόμισε στην Αθήνα και γράφτηκε στο τμήμα στίβου της ΑΕΚ ενώ συνέχιζε να δουλεύει σαν τσαγκάρης ανοίγοντας και δικό του κατάστημα, αργότερα εργάστηκε στο υπουργείο δημοσίων έργων. (περισσότερα…)

Κομμουνιστής ηγέτης και θεωρητικός του μαρξισμού. Διετέλεσε γενικός γραμματέας του ΚΚΕ (1924 – 1926) και υπήρξε σημαντική προσωπικότητα του τροτσκιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Είχε πανεπιστημιακή μόρφωση, ήξερε πολλές ξένες γλώσσες, διάβαζε τους κλασικούς του μαρξισμού στο πρωτότυπο, έκανε πολλές μεταφράσεις κι έτσι ήταν σε θέση να παρακολουθεί και να γνωρίζει τις συζητήσεις και τις διαφωνίες στο εσωτερικό, όχι μόνο του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και των άλλων ρευμάτων της Αριστεράς διεθνώς. Εκτελέστηκε από τους Ιταλούς κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Γεννήθηκε στη Θήβα στις 10 Μαρτίου 1900 και ήταν ένα από τα έξι παιδιά του εμπόρου Νικολάκη Πουλιόπουλου. Το 1919 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και τον ίδιο χρόνο εισήλθε στις γραμμές του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος (ΣΕΚΕ), προδρόμου του ΚΚΕ. Τον επόμενο χρόνο στρατεύτηκε και εστάλη στο μικρασιατικό μέτωπο. Εκεί στρατολογήθηκε σε πυρήνα του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΣΕΚΕ) και ανέπτυξε αντιπολεμική δράση. Συνελήφθη από τη στρατονομία και αντιμετώπισε την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Γλύτωσε το εκτελεστικό απόσπασμα και αφέθηκε ελεύθερος, λόγω της κατάρρευσης του μετώπου. Μετά την επάνοδό του στην Αθήνα αναμίχθηκε στο Κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών και το 1924 εκλέχθηκε πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας τους.

Ο Πουλιόπουλος ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές του 3ου Εκτάκτου Συνεδρίου του ΣΕΚΕ (1924), κατά το οποίο αποφασίστηκε η υιοθέτηση του κομμουνιστικού χαρακτήρα του κόμματος και η ευθυγράμμισή του με τη Μόσχα. Το ΣΕΚΕ μετονομάστηκε σε ΚΚΕ και ο Παντελής Πουλιόπουλος εκλέχτηκε πρώτος γενικός γραμματέας του, σε ηλικία 24ων ετών. Εκπροσώπησε το κόμμα στο 5ο Συνέδριο της Κόμιντερν (Κομμουνιστικής Διεθνούς), όπου ελήφθη και η απόφαση για την αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης – μια χαίνουσα πληγή ακόμη και σήμερα για το ΚΚΕ- που υιοθετήθηκε χωρίς ιδιαίτερη θέρμη από τους έλληνες κομμουνιστές. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χολέβας
Πολιτικός Ἐπιστήμων

Ὁ Μακεδονομάχος Σαράντος Ἀγαπηνός(Καπετάν Ἄγρας)


Στίς 7 Ἰουνίου 2007 συμπληρώνονται 100 χρόνια ἀπό τόν μαρτυρικό θάνατο τοῦ Μακεδονομάχου Σαράντη Ἀγαπηνοῦ, περισσότερο γνωστοῦ μέ τό πολεμικό ψευδώνυμο Καπετάν Ἄγρας. Πρόκειται γιά τόν πρωταγωνιστή τοῦ βιβλίου «Τά Μυστικά τοῦ Βάλτου» τῆς Πηνελόπης Δέλτα, μέ τό ὁποῖο μεγάλωσαν γενιές καί γενιές. Ὁ Ἄγρας καί ὁ Ναουσαῖος συνεργάτης του Ἀντώνης Μίγγας κρεμάσθηκαν ἀπό μέλη τοῦ βουλγαρικοῦ κομιτάτου σέ μιά καρυδιά στό χωριό Βλάντοβο, σημερινό χωριό Ἄγρας κοντά στήν Ἔδεσσα. Ὁ Πελοποννήσιος Μακεδονομάχος ἦταν μόλις 27 ἐτῶν. Ἡ σύντομη ζωή του ὑπῆρξε ἕνας συνεχής ἀγώνας γιά τά ἰδανικά τῆς πατρίδας, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀξιοπρέπειας. Ἑκατό χρόνια μετά τήν θυσία του ἀξίζει νά τόν θυμόμαστε καί νά τόν τιμοῦμε. Καί μαζί μέ αὐτόν νά τιμοῦμε ὅλους ἐκείνους, Μακεδόνες ἤ Νοτιοελλαδίτες, στρατιωτικούς καί ἐθελοντές, διπλωμάτες καί ἱερεῖς, ἐνόπλους ἤ ἀμάχους, πού συστρατεύθηκαν στόν Πανελλήνιο Ἀγῶνα γιά τήν σωτηρία τῆς Μακεδονίας κατά τήν περίοδο 1904 -1908. Ἦταν ὁ Μακεδονικός Ἀγώνας, ἡ συντονισμένη προσπάθεια ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους γιά νά μή περάσει ἡ Μακεδονία ἀπό τά χέρια τῶν Ὀθωμανῶν στά χέρια τῶν Βουλγάρων ἐθνικιστῶν . Ἦταν μία ἀπό τίς μεγαλύτερες ἐποποιίες τοῦ Νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ.

Ὁ Σαράντης Ἀγαπηνός γεννήθηκε στό Ναύπλιο τό 1880. Ὁ πατέρας του ὑπηρετοῦσε ἐκεῖ ὡς δικαστικός, ἀλλά ἔγραψε τό παιδί στά μητρῶα ἀρρένων τῶν Γαργαλιάνων Μεσσηνίας, ἀπ’ ὅπου κατήγετο ἠ ἱστορική οἰκογένεια τῶν Ἀγαπηνῶν. Οἱ πρόγονοί του εἶχαν σπουδαία δράση κατά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἀναφέρεται δέ στίς πηγές τῆς ἐποχῆς ὁ ἀγωνιστής Διονύσιος Ἀγαπηνός. Ὁ μικρός Σαράντης, πού οἱ συγγενεῖς του ἀποκαλοῦσαν χαϊδευτικά Τέλλο (Σαραντέλλο), ἔχασε τόν πατέρα του καί οἱ συγγενεῖς τόν ἔφεραν στήν Ἀθήνα μαζί μέ τή μητέρα του καί ἄλλα δύο ἀδέλφια. Ἡ πίστη του στόν Θεό καί στήν Ἑλλάδα καί ὁ νεανικός ἐνθουσιασμός του τόν ὤθησαν νά ἐγγραφεῖ στήν Στρατιωτική Σχολή Εὐελπίδων, ἀπ ‘ὅπου ἀπεφοίτησε μέ πολύ καλή ἐπίδοση. Θά μποροῦσε νά παραμείνει στήν Φρουρά τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλά ὁ ἴδιος ζήτησε ἐπιμόνως νά σταλεῖ στόν Τύρναβο, τότε μεθοριακή πόλη, δεδομένου ὅτι ἡ Μακεδονία ἦταν τουρκοκρατούμενη. Ἐκεῖ ἔλαβε πιό ζωντανά τά μηνύματα τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος πού προετοιμαζόταν καί ἀκουσε τόν πόνο καί τήν γοερή κραυγή τῶν Ἑλλήνων Μακεδόνων πού κατεπιέζοντο ἀπό δύο δυνάστες: Ὀθωμανούς κατακτητές καί Βουλγάρους ἐνόπλους (κομιτατζῆδες). Ὅταν ξεκίνησε ἡ ἀντίδραση τῶν γηγενῶν Ἑλλήνων Μακεδόνων κατά τῆς τρομοκρατίας τῶν κομιτατζήδων ἡ Ἀθήνα ἀποφάσισε νά προσφέρει διακριτικά τήν βοήθειά της. Ὅσοι ἀξιωματικοί ἤθελαν νά βοηθήσουν ἀπεστέλλοντο κρυφά μέ ψευδώνυμο καί μέ ἰδιότητα παραπλανητική γιά νά μήν κινήσουν τήν ὑποψία Τούρκων καί Βουλγάρων. (περισσότερα…)

«Η Ελλάς δεν αναμένει από εσάς να αποθάνετε γι’ αυτήν. Αναμένει να νικήσετε»
Σήμα Ε. Βενιζέλου προς τον Ναύαρχο Π. Κουντουριώτη

Ο Παύλος Κουντουριώτης γεννήθηκε το 1885 και είναι ο πιο ονομαστός από τους Κουντουριώτες. Στις παραμονές του πολέμου του 1897 βρισκόταν στα κρητικά νερά ως υποπλοίαρχος, κυβερνήτης του ατμοδρόμωνα «Αλφειού» και αντιτάχθηκε ζωηρά στις μη ευνοϊκές για την Ελλάδα επιταγές των ναυάρχων των Μεγάλων Δυνάμεων, που βρίσκονταν στην Κρήτη. Το 1901 ως κυβερνήτης του «Μιαούλη» έκανε το πρώτο υπερπόντιο ταξίδι ελληνικού πολεμικού, φτάνοντας ως την Αμερική. Τις παραμονές της έκρηξης των Βαλκανικών Πολέμων διορίστηκε αρχηγός στόλου του Αιγαίου και επιβαίνοντας της ναυαρχίδας «Αβέρωφ» εξασφάλισε την κυριαρχία του στο πέλαγος. Με τον τουρκικό στόλο συγκρούσθηκε από ακρωτήριο της Έλλης στις 3 Δεκεμβρίου 1912, όπου ο ίδιος επέδειξε παράτολμη ανδρεία, και στη Λήμνο στις 5 Ιανουαρίου.
Το 1915 ακολούθησε τον Ελ. Βενιζέλο στη Θεσσαλονίκη και συμμετείχε στην Τριανδρία της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας (Ελ.Βενιζέλος, Π.Κουντουριώτης, Π.Δαγκλής.)
Όταν πέθανε ο βασιλιάς Αλέξανδρος, ανατέθηκε σε αυτόν η αντιβασιλεία (ως το Νοέμβριο του 1920), όπως επίσης και μετά την αναχώρηση του Γεωργίου Β΄(Δεκέμβριος 1923) από την Ελλάδα και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας (Μάρτιος 1924). Το 1924, ύστερα από την απομάκρυνση του βασιλιά Γεωργίου Β΄ και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, εκλέγηκε προσωρινός πρόεδρος, ο πρώτος στην ελληνική ιστορία. Το 1926, όμως, παραιτήθηκε εξαιτίας της δικτατορίας του Πάγκαλου, αλλά με την πτώση της δικτατορίας επανήλθε το 1929 στο προεδρικό αξίωμα, ως τακτικός πρόεδρος αυτή τη φορά. Ένα χρόνο αργότερα παραιτήθηκε για λόγους υγείας. (περισσότερα…)