Αρχείο για Μαΐου, 2012

Η Κάκια Αναλυτή γεννήθηκε το 1934 στον Πειραιά. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, όπου δίδασκε ο Δημήτρης Ροντήρης, και το 1955 έκανε το ντεμπούτο της στο θεατρικό σανίδι με τον θίασο του Διονύση Παγουλάτου, στο «Φιόρε του λεβάντε» του Γρηγόρη Ξενόπουλου. Ακολούθησε συνεργασία με το θίασο του Αδαμάντιου Λεμού στον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας» και με το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη στο έργο «Βαθιές είναι οι ρίζες».

Συνεργαζόμενη με το θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη, έπαιξε σε πολλά έργα, κυρίως κωμωδίες («Μάμα», «Η κυρία δε με μέλλει», «Κλέφτρα αγάπη μου», «Άσπρο, μαύρο, κόκκινο», «Μαθήματα ηθικής», «Μαριάνα Πινέδα»). Στο θίασο αυτό γνώρισε και παντρεύτηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’50 τον Κώστα Ρηγόπουλο, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη, την ηθοποιό Ζωή Ρηγοπούλου.

Ακολούθησαν συνεργασίες με τη «Νέα Σκηνή» του Κωστή Λειβαδέα, του Ντίνου Ηλιόπουλου, της Κατερίνας Ανδρεάδη, του Νίκου Χατζίσκου (1962, στην «Όπερα της πεντάρας» του Μπρεχτ). Την περίοδο 1962-1963 με τον Κ. Ρηγόπουλο και τον Γιάννη Αργύρη συνέπτυξαν θίασο και ανέβασαν την κοινωνική ηθογραφία των Βαγγέλη Γκούφα – Βασίλη Ανδρεόπουλου «Μια πόρτα δραχμές πεντακόσιες».

Το χειμώνα του 1963 δημιουργείται ο θίασος Ρηγόπουλου – Αναλυτή και το θέατρο (χειμερινό και καλοκαιρινό) «Αναλυτή», όπου μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’90 το ζεύγος ανέβασε πολλά έργα, κυρίως μπουλβάρ. Η μεγάλη επιτυχία (1967) και επί χρόνια επαναλαμβανόμενη, του θιασαρχικού ζεύγους, με υποκριτικά κυρίαρχη την Κάκια Αναλυτή, ήταν η κωμωδία «Αγάπη μου Ουάουα». (περισσότερα…)

Ο Άκης Ζήκος (πραγματικό όνομα Ανδρέας Βασίλειος Ζήκος· Αθήνα, 1 Ιουνίου 1974) είναι απερχόμενος Έλληνας ποδοσφαιριστής που αγωνιζόταν στο χώρο του κέντρου, κυρίως ως αμυντικό χαφ. Ξεκίνησε την καριέρα του στην Α΄ Εθνική παίζοντας στην Ξάνθη το 1993. Το 1998 πήρε μεταγραφή στην ΑΕΚ, με την οποία αγωνίστηκε 99 φορές σε 5 σεζόν (1998-2002)και κατέκτησε 2 Κύπελλα Ελλάδας το 2000 και το 2002.

Το καλοκαίρι του 2002 πήγε στη Γαλλία κουβαλώντας τη φήμη του καλύτερου Έλληνα μέσου αμυντικού και υπέγραψε συμβόλαιο 3 ετών με τη Μονακό. Την πρώτη σεζόν η παρουσία του εκεί τερματίστηκε πρόωρα μετά τον τραυματισμό του στο γόνατο, το Φεβρουάριο του2003. Την ίδια σεζόν πανηγύρισε με τη Μονακό την κατάκτηση του γαλλικού Λίγκ Καπ. Μετά το χειρουργείο και το διάστημα αποθεραπείας που ακολούθησε επανήλθε στην ενεργό δράση για την περίοδο 2003-2004. Το 2004 έγινε ο πρώτος Έλληνας ποδοσφαιριστής που συμμετείχε σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ (με τη Μονακό), παρά την ήττα της ομάδας του από την Πόρτο στον τελικό με 3-0.

Ο Ζήκος επέστρεψε στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 2006 υπογράφοντας συμβόλαιο διάρκειας δυο ετών με την AEK. Οι δηλώσεις του κατά της διαιτησίας έπειτα από το ντέρμπι με τον Ολυμπιακό στις 16 Δεκεμβρίου του 2007 στο γήπεδο Καραϊσκάκη προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων και συζητήσεων και οδήγησαν στην ποινή τριών αγωνιστικών εκτός αποστολής.Το τελευταίο παιχνίδι της καριέρας του ήταν στις 20 Απριλίου 2008 εναντίον του Αστέρα Τρίπολης όπου αποθεώθηκε από τους 45.000 οπαδούς της ΑΕΚ μέσα στο ΟΑΚΑ. (περισσότερα…)

Κατερίνα Γώγου – Βιογραφικό

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 1940 και αυτοκτόνησε με χάπια στις 3 Οκτωβρίου 1993. Ήταν ηθοποιός και συγγραφέας. Είχε μια κόρη, την Μυρτώ.

Η Κατερίνα αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ελληνική ποίηση. Η αιώνια έφηβος, η οργισμένη, η πιο σπαρακτικά ραγισμένη φωνή της γενιάς της.

Μια ποιήτρια που έγραφε για να μην εκραγεί, που είχε κάνει τον πόνο και το παράπονο στίχους, κι αυτοί οι στίχοι ήταν παραπονεμένοι και οργισμένοι, αλλά πάνω απ’ όλα αληθινοί.

Όπως έχει ειπωθεί “Η Κατερίνα Γώγου έκανε ποίηση σε μια εποχή που οι άλλοι ‘ποιητές’ έκαναν δημόσιες σχέσεις. Πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια ποίηση. Ανάμεσα σε χάπια, ποτά, σβησμένα τσιγάρα, φτωχογειτονιές, προδοσίες…». Όσα χρόνια κι αν περάσουν η Γώγου θα παραμένει η ποιήτρια των νεοτέρων γενιών, αφού με τους νέους, κατά κύριο λόγο «συνομίλησε». Όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Χρηστάκης, η Κατερίνα ήταν έξω από κάθε λογής εκδοτικά και καλλιτεχνικά κυκλώματα και κλίκες και γι’ αυτό σπάνια γίνονταν γι’ αυτήν αναφορές στα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης. Ο Τηλέμαχος Χυτήρης, ποιητής και πρώην υπουργός δε δίστασε να χαρακτηρίσει την Κατερίνα σαν τον: «Μαγιακόφσκι της Πλατείας Εξαρχείων». (περισσότερα…)

Όθωνας

Ο Όθωνας, πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας μετά απ’ την Επανάσταση του 1821, γεννήθηκε στο Saltzburg στις 20 Μαίου του 1815 και πέθανε στη Βαμβέργη στις 14 Ιουλίου 1867. Ήταν παντρεμένος από το 1836 με την πριγκίπισσα Αμαλία, κόρη του Μεγάλου Δούκα του Ολδεμβούργου Φρειδερίκου Αυγούστου, γυναίκα πολύ δυναμική με έντονα τα σπέρματα της αρχομανίας μέσα της και δεν απέκτησαν απογόνους.

Βιογραφία

Ήταν δευτερότοκος γιος του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου του Α’ και της βασίλισσας Θηρεσίας. Πήρε πριγκιπική μόρφωση. Ήταν άριστος ιππέας και κολυμβητής, γνώστης της γαλλικής και λατινικής, προοριζόταν για πρίγκιπας που δε θα βασίλευε. Σε ηλικία 17 ετών, το 1832, επιλέχτηκε απ’ τις Μεγάλες Δυνάμεις για βασιλιάς της Ελλάδας. Από την εποχή που ο πατέρας του έκανε αποδεκτή την προσφορά του θρόνου αυτού, επιδόθηκε με μανία στη μάθηση της ελληνικής γλώσσας.

Παρόλες τις γνώσεις του ο Όθωνας διακρινόταν για την ασθενική υγεία του, τη βαρηκοΐα του, όπως κι ο πατέρας του και την τραυλότητά του. Το στέμμα της Ελλάδας προσφέρθηκε στον Όθωνα εκ μέρους του ελληνικού λαού από τριμελή επιτροπή, που πήγε για το σκοπό αυτό στο Μόναχο μετά από απόφαση της Εθνικής Συνέλευσης. Στις 24 Νοεμβρίου του 1832 ο Όθωνας αναχωρεί απ’ το Μόναχο και φτάνει στο Ναύπλιο στις 18 Ιανουαρίου του ίδιου έτους. (περισσότερα…)

Θεόδωρος ΔηλιγιάννηςΟ Θεόδωρος Δηλιγιάννης γεννήθηκε στα Λαγκάδια Αρκαδίας στις 19 Μαΐου 1824 και πέθανε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 1905, ήταν Έλληνας νομικός και πολιτικός, πληρεξούσιος, βουλευτής, υπουργός σε αρκετές κυβερνήσεις και πέντε φορές πρωθυπουργός στο διάστημα 1885-1903

Βιογραφία

Ήταν γιος του Πανάγου Δεληγιάννη και εγγονός του κοτζαμπάση της Πελοποννήσου, Ιωάννη Δεληγιάννη.

Εκλεγόταν βουλευτής από το 1862. Χρημάτισε υπουργός Εξωτερικών, Οικονομικών, Παιδείας και Εσωτερικών σε διάφορες κυβερνήσεις. Το 1883 αναδείχθηκε αρχηγός του Εθνικού Κόμματος και το 1885 χρίσθηκε για πρώτη φορά Πρωθυπουργός, αξίωμα στο οποίο ανήλθε άλλες τέσσερις φορές σε βραχύβιες κυβερνήσεις. Διατέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας στην Κυβέρνηση Θεόδωρου Δηλιγιάννη 1885-1886, στην Κυβέρνηση Θεόδωρου Δηλιγιάννη 1890-1892, στην Κυβέρνηση Θεόδωρου Δηλιγιάννη 1895-1897 και στην Κυβέρνηση Θεόδωρου Δηλιγιάννη 1902-1903. Καταγόταν από την επί Τουρκοκρατίας ισχυρή Λαγκαδινή οικογένεια κοτζαμπάσηδων, τους Δεληγιανναίους.

Έγινε πληρεξούσιος της Β΄ Εθνοσυνέλευσης το 1862, ενώ το 1863 πρώτη φορά υπουργός Εξωτερικών, από τότε πολλές φορές βουλευτής, υπουργός και πέντε φορές πρωθυπουργός. Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης έχει μείνει στην ιστορία ως πολιτικός λαϊκιστής και πολλές φορές δημαγωγός. Θεωρείται ο κύριος υπεύθυνος για την χρεοκοπία του ελληνικού κράτους το 1893. Αφού διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία τον Χαρίλαο Τρικούπη το 1885, αναίρεσε ορισμένους κρίσιμους θεσμούς που είχε θεσπίσει ο προκάτοχος του. Μείωσε τους φόρους και δημιούργησε ένα σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο χωρίς απαίτηση τυπικών προσόντων (προς μεγάλη ικανοποίηση των πολιτών). Δημιούργησε ένα κλίμα προσδοκίας για εισβολή στην Τουρκία, που εκείνη την εποχή κατέρρεε ως αυτοκρατορία και επέκταση των ελληνικών συνόρων προς την Μακεδονία (τότε έφταναν μέχρι την Θεσσαλία). (περισσότερα…)

Γράφει ο Κώστας Καντάς

Η Ιταλία επεδίωκε να γίνει αποικιοκρατική δύναμη και το Σεπτέμβριο του 1911 έκανε απόβαση στη Λιβύη για να εκδιώξει τους Τούρκους. Για να κάμψει την αντίστασή των Τούρκων μεταξύ ων οποίων ήταν ο νέος στην ηλικία αξιωματικός ο Κεμάλ ο στόλος των Ιταλών επιτηρούσε τα παράλια της Μικράς Ασίας να μην ανεφοδιάζονται οι Τούρκοι στη Λιβύη. Όμως για καλύτερη επιτήρηση σκέφθηκαν να καταλάβουν τα Δωδεκάνησα.Στις 15 Απριλίου του 1912, 15 πολεμικά ιταλικά περιέζωσαν τη Ρόδο και το πρωινό εκείνο ο Ιταλός στρατηγός Giovanni Αmeglio αποβίβασε 15 χιλιάδες Ιταλούς στρατιώτες στο σημερινό Φαληράκι. Οι κάτοικοι της Ρόδου έπλεαν σε πελάγη χαράς. Επιτέλους ύστερα από αιώνες θα απαλλάσσονταν από τον επαχθή τουρκικό ζυγό που βύθισε τη Ρόδο και τα άλλα Δωδεκάνησα στην αμάθεια, στην οικονομική αθλιότητα και στην πολιτιστική υποβάθμιση. Περίπου 800 έως 1000 Ιταλοί ανέβηκαν προς τις Καλυθίες. Τους υποδέχθηκαν ως ελευθερωτές. Η καμπάνα της εκκλησίας του Σταυρού χτυπούσε χαρμόσυνα. Σμύρτα και δάφνες στης εκκλησιάς τα σκαλοπάτια κι ύστερα δοξολογία. Είχε φτερουγίσει στη Ρόδο κατά τον Ιταλό στρατηγό η Λευτεριά.
Κάτοικοι των Καλυθίων οδήγησαν τους Ιταλούς προς το χωριό Ψίνθος, όπου είχαν αποτραβηχτεί οι 1.300 Τούρκοι στρατιώτες, οι οποίοι κάμφθηκαν στα γρήγορα. Μεγάλη ιταλική δύναμη κατευθύνθηκε από το Φαληράκι στην πόλη της Ρόδου και ο βαλής (νομάρχης) Σουπχή βέης πρόλαβε κι έφυγε προς τη Ψίνθο. Ο Ιταλός στρατηγός εξέδωσε διαταγή στην οποία ανέφερε, ότι η κατάληψη των Δωδεκανήσων ήταν προσωρινή. Οι Ιταλοί ζητωκραύγαζαν νiva la Grecia. Οι αιχμάλωτοι Τούρκοι μεταφέρθηκαν στην Ιταλία. Στις 3 έως 5 Ιουνίου του 1912 οι Δωδεκανήσιοι οργάνωσαν συνέδριο στην Πάτμο και ανακήρυξαν τα Δωδεκάνησα Αυτόνομη Πολιτεία Αιγαίου για να προλειανθεί η οδός προς την ένωση με την Ελλάδα. Η Ιταλία δεν αντέδρασε, αλλά άρχισε τις υπεκφυγές. Τα Δωδεκάνησα ελευθερώθηκαν με ιταλικά όπλα διεκήρυξαν. Ούτε η κυβέρνηση του Βενιζέλου έδειξε ενδιαφέρον. Όμως ο ελληνικός λαός μυριζόταν την πρόθεση των Ιταλών να μην αποχωρήσουν και ο σατιρικός ποιητής στόλισε για καλά με σατιρικούς στίχους το στρατηγό Giovanni Ameglio.
(περισσότερα…)

Με την ονομασία αυτή έμεινε στην ιστορία η αεραποβατική επιχείρηση, που επιχείρησε η Ναζιστική Γερμανία κατά της Κρήτης στις 20 Μαΐου 1941 και η οποία έληξε δώδεκα μέρες μετά, την 1η Ιουνίου, με την κατάληψη της Μεγαλονήσου. Ήταν μία από τις σημαντικότερες μάχες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με πολλές πρωτιές σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Η απόφαση για την επίθεση στην Κρήτη ελήφθη από το Χίτλερ στις 25 Απριλίου 1941, λίγες μέρες μετά την παράδοση της ηπειρωτικής Ελλάδας στις δυνάμεις του Άξονα, και έλαβε την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Ερμής» («Unternehmen Merkur»). Ήταν αμυντική και όχι επιθετική επιχείρηση, όπως αποδείχθηκε αργότερα. Οι Γερμανοί είχαν ως στόχο να εξασφαλίσουν τα νοτιοανατολικά τους νώτα, ενόψει της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα (Εκστρατεία στη Ρωσία) και να εξορμήσουν στη Βόρεια Αφρική, με εφαλτήριο την Κρήτη, όπως πίστευαν οι Σύμμαχοι.

Τις παραμονές της επίθεσης, οι Σύμμαχοι είχαν τακτικό πλεονέκτημα σε ξηρά και θάλασσα, ενώ οι Γερμανοί στον αέρα. Έτσι, το γερμανικό επιτελείο αποφάσισε να διεξαγάγει την επιχείρηση από αέρος με τη χρησιμοποίηση δυνάμεων αλεξιπτωτιστών σε ευρεία κλίμακα, για πρώτη φορά στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία. Επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων τέθηκε ο πτέραρχος Κουρτ Στούντεντ, 51 ετών, βετεράνος πιλότος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε στη διάθεσή του 1190 αεροπλάνα (πολεμικά και μεταγωγικά) και 29.000 άνδρες (αλεξιπτωτιστές και πεζικάριους), ενώ οι Ιταλοί θα συνεισέφεραν 3.000 στρατιώτες.

Την Κρήτη υπερασπίζονταν όσοι έλληνες στρατιώτες είχαν παραμείνει στο νησί και δυνάμεις της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιωτικοί), που είχαν διεκπεραιωθεί από την κατεχόμενη Ελλάδα. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο νεοζηλανδός στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ, 52 ετών, βετεράνος και αυτός του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι υπερασπιστές της Μεγαλονήσου ανήρχοντο σε περίπου 40.000, αλλά είχαν ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό, ιδίως οι Έλληνες. (περισσότερα…)